Συντακτική ταυτότητα & πηγές
Το μονοθέσιο έμοιαζε να χωράει μέσα στα χέρια του. Δεν το οδηγούσε απλώς αλλά το άφηνε να κινηθεί όπως ήθελε, σαν να υπήρχε ανάμεσα στους δύο μια συμφωνία που κανείς άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει.
Ο Κίμι Ράικονεν δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνει φασαρία για να επιβληθεί. Δεν είχε το πάθος του Σένα, την πολιτική δύναμη του Σουμάχερ ή την εξωστρέφεια άλλων πρωταθλητών. Είχε όμως την απόλυτη ψυχραιμία.
Μέσα στο μονοθέσιο μεταμορφωνόταν. Οι στροφές περνούσαν κάτω από τους τροχούς με ακρίβεια, το τιμόνι κινούνταν ελάχιστα στα χέρια του και το αυτοκίνητο έμοιαζε να ακολουθεί μια γραμμή που μόνο εκείνος μπορούσε να δει. Όταν έβρισκε ρυθμό, μπορούσε να οδηγήσει με μια καθαρότητα που έκανε την ταχύτητα να μοιάζει εύκολη.
Ο άνθρωπος που έξω από το αυτοκίνητο έμοιαζε να αδιαφορεί για τα πάντα, μέσα σε αυτό ήταν αμείλικτος.
Από τη Sauber στη McLaren. Από τη McLaren στη Ferrari. Και από εκεί στη Lotus και ξανά στη Ferrari, ο Ράικονεν πέρασε από διαφορετικές εποχές της Formula 1 χωρίς να αλλάξει ποτέ τον χαρακτήρα του. Δεν προσπάθησε να γίνει κάποιος άλλος. Ήταν ο Κίμι. Το 2003, με τη McLaren, κυνήγησε τον Μίκαελ Σουμάχερ μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος και έχασε τον τίτλο για μόλις δύο βαθμούς. Το 2005 βρέθηκε ξανά πολύ κοντά στην κορυφή, αλλά η αξιοπιστία της McLaren και οι ατυχίες του στέρησαν έναν τίτλο που πολλοί θεωρούσαν ότι άξιζε.
Και ύστερα ήρθε το 2007. Στη Ferrari δεν ήταν το πρώτο όνομα της ιστορίας της. Ήταν όμως ο άνθρωπος που, όταν όλα κρίθηκαν, βρέθηκε στη σωστή θέση.
Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς, στη Βραζιλία, ο Ράικονεν έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα, δεν μίλησε. Οδήγησε γρήγορα και καθαρά.
Κέρδισε τον αγώνα, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και πήρε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με μόλις έναν βαθμό διαφορά από τον Λιούις Χάμιλτον και τον Φερνάντο Αλόνσο.
Ήταν ο τελευταίος παγκόσμιος πρωταθλητής της Ferrari στην εποχή εκείνη και ο τελευταίος οδηγός που κατέκτησε τον τίτλο έχοντας ξεκινήσει τη χρονιά χωρίς να θεωρείται το απόλυτο φαβορί. Ο Ράικονεν δεν έμοιαζε ποτέ με άνθρωπο που κυνηγούσε τη δημοσιότητα. Οι συνεντεύξεις του ήταν σύντομες. Οι απαντήσεις του κοφτές. Το «Leave me alone, I know what I'm doing» στο Άμπου Ντάμπι του 2012 έγινε χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης προσωπικότητας. Δεν ήταν απλώς μια ατάκα. Ο άνθρωπος που μπορούσε να κερδίσει έναν αγώνα και να μοιάζει σαν να είχε μόλις τελειώσει μια συνηθισμένη μέρα στη δουλειά.
Ο άνθρωπος που μπορούσε να εξαφανιστεί από τα φώτα της δημοσιότητας και, μόλις έπεφτε το κράνος στο κεφάλι του, να θυμίσει σε όλους γιατί βρισκόταν εκεί.
Στο Μονακό του 2005, στο Σπα, στη Σουζούκα, στο Μόντρεαλ, στη Βραζιλία του 2007, υπήρχαν στιγμές που η ταχύτητα του Ράικονεν ήταν αυτό που λέμε pure talent.
Και ίσως αυτό να ήταν το πιο παράξενο πράγμα πάνω του. Δεν χρειάστηκε ποτέ να εξηγήσει ποιος ήταν. Οι χρόνοι των γύρων του το έκαναν για εκείνον. Ο Κίμι Ράικονεν έφυγε από τη Formula 1 έχοντας 349 εκκινήσεις τις περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον οδηγό στην ιστορία της μέχρι εκείνη τη στιγμή με 21 νίκες, 103 βάθρα, 18 pole positions και έναν παγκόσμιο τίτλο.
Αλλά οι αριθμοί δεν εξηγούν πραγματικά τον Ράικονεν. Ο Κίμι δεν έμεινε στην ιστορία επειδή μιλούσε πολύ. Έμεινε επειδή οδηγούσε πολύ. Σε μια εποχή γεμάτη προσωπικότητες που ήθελαν να βρίσκονται συνεχώς μπροστά στις κάμερες, εκείνος προτίμησε να αφήνει το μονοθέσιο να μιλά.
Και όταν το μονοθέσιο ήταν καλό, όταν όλα λειτουργούσαν όπως έπρεπε και ο Ράικονεν έβρισκε εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο θάρρος και την ακρίβεια, η Formula 1 αποκτούσε έναν οδηγό που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον. Ο «Iceman» δεν ήταν απλώς ένα παρατσούκλι. Ήταν ένας τρόπος να υπάρχει μέσα στη Formula 1. Ψυχρός έξω από το cockpit αλλά καυτός μέσα σε αυτό.
Σχόλια