Τζιανκάρλο Φισικέλα: Ο οδηγός που άγγιξε την κορυφή, χωρίς ποτέ να του ανήκει
F1 STORIES / THE JOURNALΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΟΠΤΙΚΗ
Στο αρχείο

Τζιανκάρλο Φισικέλα: Ο οδηγός που άγγιξε την κορυφή, χωρίς ποτέ να του ανήκει

Ο Τζιανκάρλο Φισικέλα γεννήθηκε στη Ρώμη το 1973 και από μικρός έδειξε πως η ταχύτητα ήταν το φυσικό του περιβάλλον. Ξεκίνησε από τα καρτ και το 1994 κατέκτησε το ιταλικό πρωτάθλημα Formula 3, πριν περάσει από τα αυτοκίνητα τουρισμού και τελικά φτάσει στη Formula 1 με τη Minardi το 1996.

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία ήρθε το 1997 με τη Jordan. Εκεί ο νεαρός Ρωμαίος εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο συναρπαστικούς οδηγούς της νέας γενιάς. Στο Βέλγιο, μέσα στη βροχή του Spa, ανέβηκε για πρώτη φορά στο βάθρο, επιβεβαιώνοντας πως πίσω από το τιμόνι υπήρχε κάτι περισσότερο από έναν γρήγορο οδηγό.

Η μετακίνησή του στη Benetton το 1998 έμοιαζε με το επόμενο βήμα προς την κορυφή. Όμως η ομάδα δεν ήταν πλέον η κυρίαρχη δύναμη των προηγούμενων χρόνων και, παρά τις εξαιρετικές εμφανίσεις του, ο Φισικέλα έμεινε χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το 2000 κατάφερε να τερματίσει έκτος στο πρωτάθλημα, ενώ συνολικά κατέκτησε αρκετά βάθρα με τη βρετανική ομάδα.

Το 2002 επέστρεψε στη Jordan. Η ομάδα όμως είχε πλέον χάσει μεγάλο μέρος της δυναμικής της και ο Φισικέλα έμοιαζε να βρίσκεται σε ένα παράξενο αδιέξοδο, είχε την ταχύτητα ενός κορυφαίου οδηγού, αλλά όχι το μονοθέσιο που θα του επέτρεπε να το αποδείξει.

Και φτάνουμε στο Interlagos, το 2003. Ένας από τους πιο χαοτικούς αγώνες της σύγχρονης Formula 1. Καταρρακτώδης βροχή, ατυχήματα και κόκκινη σημαία. Ο Φισικέλα, με τη Jordan-Ford, είχε κάνει έναν εκπληκτικό αγώνα και αρχικά η νίκη δόθηκε στον Κίμι Ραϊκόνεν. Όμως οι μεταγενέστεροι έλεγχοι έδειξαν ότι ο Ιταλός είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό γύρων για τη νίκη. Έτσι, λίγες ημέρες αργότερα, η νίκη πέρασε επίσημα στα χέρια του Φισικέλα. Ήταν η πρώτη του νίκη στη Formula 1, στον 110ό αγώνα της καριέρας του.

Το 2004 πήγε στη Sauber και έκανε μία από τις πιο ώριμες σεζόν της καριέρας του. Με ένα αυτοκίνητο που απείχε από τις κορυφαίες ομάδες, συγκέντρωσε 22 βαθμούς και τερμάτισε ενδέκατος στο πρωτάθλημα. Η απόδοσή του ήταν αρκετή για να πείσει τη Renault πως ο Φισικέλα άξιζε μία θέση στην εργοστασιακή ομάδα.

Και το 2005 ήρθε επιτέλους η μεγάλη ευκαιρία.

Η Renault και ο Fernando Alonso στην άλλη πλευρά του γκαράζ. Η R25 ήταν ένα από τα καλύτερα μονοθέσια του grid και ο Φισικέλα ξεκίνησε τη χρονιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με pole position και νίκη στην Αυστραλία. Για πρώτη φορά στην καριέρα του βρισκόταν πραγματικά μέσα στη μάχη της κορυφής.

Όμως η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Μηχανικά προβλήματα, ατυχίες και εγκαταλείψεις τον κράτησαν πίσω, την ώρα που ο Alonso εξελισσόταν στον απόλυτο πρωταγωνιστή της χρονιάς. Ο Ισπανός κατέκτησε το πρωτάθλημα οδηγών και η Renault εκείνο των κατασκευαστών, με τον Φισικέλα να ολοκληρώνει τη σεζόν πέμπτος με 58 βαθμούς.

Το 2006 ήταν ίσως η καλύτερη συνολικά χρονιά του.

Στη Μαλαισία πήρε pole position και κέρδισε τον αγώνα, πανηγυρίζοντας την τρίτη και τελευταία νίκη της καριέρας του στη Formula 1. Παράλληλα συγκέντρωσε πέντε ακόμη βάθρα και ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στην τέταρτη θέση με 72 βαθμούς. Η Renault κατέκτησε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το πρωτάθλημα κατασκευαστών, ενώ ο Alonso πήρε και πάλι το πρωτάθλημα οδηγών.

Όμως ίσως εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδικία της καριέρας του.

Ο Φισικέλα δεν ήταν ποτέ αργός. Δεν ήταν ποτέ ανεπαρκής. Απλώς βρέθηκε δίπλα στον Fernando Alonso στην περίοδο που ο Ισπανός μετατρεπόταν σε παγκόσμιο πρωταθλητή. Και όταν ο Alonso έφυγε από τη Renault, η ομάδα δεν μπόρεσε να διατηρήσει την ίδια δυναμική.

Το 2007 ήταν μια απογοητευτική χρονιά. Η Renault δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί Ferrari και McLaren, ο Φισικέλα τερμάτισε μόλις όγδοος και στο τέλος της σεζόν αποχώρησε.

Και κάπου εκεί άρχισε το παράδοξο τελευταίο κεφάλαιο.

Το 2008 βρέθηκε στη νεοσύστατη Force India. Ένας οδηγός με τρεις νίκες, τέσσερις pole positions και 19 βάθρα οδηγούσε πλέον ένα από τα πιο αργά μονοθέσια του grid. Η σεζόν πέρασε χωρίς βαθμό.

Το 2009 όμως, όταν όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει, ο Φισικέλα έκανε ξανά αυτό που είχε κάνει τόσες φορές στην καριέρα του, περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Φτάνουμε στο Spa-Francorchamps.Η Force India VJM02 ήταν το εργαλείο και ο Ιταλός πήρε την pole position και την επόμενη ημέρα τερμάτισε δεύτερος, πίσω από τον Kimi Räikkönen. Ήταν το πρώτο βάθρο στην ιστορία της Force India και μία από τις πιο απρόσμενες εμφανίσεις της χρονιάς.

Και τότε ήρθε η πρόταση της Ferrari.

Με τον Felipe Massa εκτός δράσης, ο Φισικέλα κλήθηκε να οδηγήσει την F60 στα τελευταία Grand Prix του 2009. Για έναν Ιταλό οδηγό, ήταν το όνειρο που περίμενε μια ολόκληρη καριέρα, να φορέσει το κόκκινο κράνος και να οδηγήσει για τη Ferrari, και η ελπίδα των Ιταλών να γεφυρωθούν τα χρόνια αναμονής επιτυχιών, ενός Ιταλού με την Scuderia μετά τον εκπληκτικό Alboretto το 1985.

Μόνο που η F60 δεν ήταν αρκετά ανταγωνιστική και ο Φισικέλα δεν μπόρεσε να επαναλάβει τον θρίαμβο του Spa. Το τέλος της καριέρας του στη Formula 1 ήρθε με τη Ferrari, έχοντας γράψει 229 εκκινήσεις, τρεις νίκες, τέσσερις pole positions, 19 βάθρα και 275 βαθμούς.

Κ Giancarlo Fisichella δεν έγινε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής. Δεν είχε ποτέ το μονοθέσιο που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει πραγματικά έναν τίτλο μέχρι το τέλος.

Αλλά υπήρξαν στιγμές που ο Φισικέλα έδειξε πως είχε την ταχύτητα για να σταθεί δίπλα στους κορυφαίους. Από τη βροχή του Spa το 1997, στο χάος του Interlagos το 2003, στη νίκη της Μελβούρνης το 2005, μέχρι την pole και το βάθρο με τη Force India το 2009.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό της καριέρας του, ο Φισικέλα δεν ήταν ο οδηγός που βρισκόταν πάντα στην κορυφή.

Ήταν ο οδηγός που, κάθε φορά που του δινόταν ένα πραγματικά καλό αυτοκίνητο και οι συνθήκες το επέτρεπαν, φρόντιζε να θυμίζει σε όλους γιατί κάποτε θεωρούνταν ένας από τους ταχύτερους οδηγούς της γενιάς του.

Και όταν τελείωσε η καριέρα του στη Formula 1, δεν τελείωσε και η σχέση του με τους αγώνες. Πέρασε στους αγώνες GT και endurance με τη Ferrari και την AF Corse, κερδίζοντας δύο φορές την κατηγορία GTE Pro στις 24 Ώρες του Le Mans, το 2012 και το 2014, ενώ ακόμη και σήμερα τρέχει σε αγώνες με καρτ, αποδεικνύοντας έμπρακτα το πάθος του για τους αγώνες.

Σχόλια