Jenson Button: Ο υπομονετικός και προσαρμοστικός πρωταθλητής
F1 STORIES / Η ΕΚΔΟΣΗΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ
Στο αρχείο

Jenson Button: Ο υπομονετικός και προσαρμοστικός πρωταθλητής

Συντακτική ταυτότητα & πηγές
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣThemis CharvalisΔημοσίευση: Δεν έχει καταγραφεί νεότερη ενημέρωση.
ΠΗΓΕΣ & ΕΛΕΓΧΟΣΤο αρχείο δεν έχει ακόμη ξεχωριστό κατάλογο πηγών. Οι τεκμηριωμένες παραπομπές προστίθενται σε αυτή την καρτέλα με κάθε συντακτική ενημέρωση.
ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣΔιορθώνουμε δημόσια τεκμηριωμένα factual λάθη.Πολιτική διορθώσεων · Στείλε διόρθωση ↗

Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1980 στο Φρομ του Σόμερσετ, στην Αγγλία. Από μικρός βρέθηκε μέσα στους αγώνες, ξεκινώντας το karting σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και περνώντας στη Formula Ford και στη Formula 3, όπου γρήγορα έγινε αντιληπτό πως πίσω από το χαμογελαστό πρόσωπο υπήρχε ένας οδηγός με εξαιρετική αίσθηση του αυτοκινήτου. Το 1999 κέρδισε το βρετανικό βραβείο McLaren Autosport BRDC Young Driver Award και, έναν χρόνο αργότερα, στα μόλις 20 του, βρέθηκε στη Formula 1 με τη Williams.

Στις 12 Μαρτίου του 2000, στην Αυστραλία, ο Τζένσον Μπάτον έγινε ο νεότερος Βρετανός οδηγός που εκκινούσε σε Grand Prix, σε ηλικία 20 ετών και 53 ημερών. Δεν χρειάστηκε πολύ για να δείξει πως η επιλογή του Frank Williams δεν ήταν απλώς μια επένδυση για το μέλλον. Στον δεύτερο αγώνα της καριέρας του, στη Βραζιλία, πήρε τους πρώτους του βαθμούς και εκείνη την εποχή έγινε ο νεότερος οδηγός στην ιστορία που το κατάφερνε. Στο Χόκενχαϊμ τερμάτισε τέταρτος και στο Σπα εξέπληξε ξανά τους πάντες, κατακτώντας την τρίτη θέση στις κατατακτήριες.

Ήταν ένας οδηγός διαφορετικός από το στερεότυπο του αδίστακτου racer. Η μεγάλη του δύναμη δεν ήταν πάντοτε η ωμή επιθετικότητα, αλλά η ικανότητα να «διαβάζει» το αυτοκίνητο, να διαχειρίζεται τα ελαστικά και να προσαρμόζεται στις συνθήκες. Η ομαλότητα με την οποία οδηγούσε γινόταν πραγματικό όπλο όταν η πίστα μετατρεπόταν σε πεδίο στρατηγικής και όχι απλώς ταχύτητας.

Μετά τη Williams ήρθε η Benetton το 2001 και η Renault το 2002. Τα δύο χρόνια δεν ήταν εύκολα και η εικόνα του παιδιού-θαύματος άρχισε να ξεθωριάζει. Το 2003, όμως, ήρθε η μεταγραφή που έμελλε να αλλάξει την καριέρα του. Η BAR-Honda του έδωσε μια νέα ευκαιρία και ο Μπάτον την άρπαξε, νικώντας μάλιστα κατά κράτος τον πολύπειρο και παγκόσμιο πρωταθλητή Ζακ Βιλνέβ.

Το 2004 ήταν η πρώτη πραγματική αποκάλυψη. Στη Μαλαισία ανέβηκε για πρώτη φορά στο βάθρο και στη συνέχεια το έκανε άλλες εννέα φορές. Συνολικά δέκα podiums σε μία σεζόν, χωρίς όμως νίκη, σε μια σεζόν όμως που κυριάρχησε ο Michael Schumacherμε την τρομερή F2004. Η BAR-Honda έγινε η δεύτερη δύναμη του πρωταθλήματος πίσω από τη Ferrari και ο Μπάτον ολοκλήρωσε τη χρονιά τρίτος στην τελική βαθμολογία, πίσω από τον Μίκαελ Σουμάχερ και τον Ρούμπενς Μπαρικέλο. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για ένα απλώς ταλαντούχο παιδί. Είχε γίνει ένας από τους κορυφαίους οδηγούς του grid.

Ο Μπάτον μπορούσε να τερματίσει δεύτερος, τρίτος, τέταρτος. Μπορούσε να οδηγήσει εξαιρετικά. Μπορούσε να κερδίσει τις εντυπώσεις. Δεν μπορούσε όμως να κερδίσει Grand Prix.

Το 2005 ήρθε μόλις δύο φορές στο podium και το 2006 η Honda έγινε πλέον εργοστασιακή ομάδα. Και τότε, σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους αγώνες της δεκαετίας, ήρθε η λύτρωση.

Ουγγαρία, 6 Αυγούστου 2006.

Με βροχή, την στεγνή γραμμή που άλλαζε συνεχώς, λάθος στρατηγικές, εγκαταλείψεις και ένα grid που είχε ανακατευτεί. Ο Μπάτον ξεκινούσε μόλις 14ος. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, όμως, βρήκε ακριβώς το περιβάλλον στο οποίο ήταν φτιαγμένος να μεγαλουργεί. Με υποδειγματική διαχείριση των ελαστικών και εκπληκτική προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, πέρασε από το πίσω μέρος του grid στην κορυφή.

Στον 113ο αγώνα της καριέρας του, ο Jenson Button ήταν επιτέλους νικητής Grand Prix.

Ήταν το τέλος μιας από τις μεγαλύτερες αναμονές στην ιστορία της Formula 1.

Όμως ακολούθησαν δύο εφιαλτικές σεζόν. Τα Honda RA107 και RA108 ήταν απογοητευτικά και το 2008 η Honda ανακοίνωσε την αποχώρησή της από τη Formula 1. Ο Μπάτον έμεινε ουσιαστικά χωρίς θέση για το 2009. Η καριέρα του έμοιαζε να οδηγείται σε αδιέξοδο ακριβώς τη στιγμή που η πρώτη του νίκη είχε δημιουργήσει την προσδοκία για κάτι μεγαλύτερο.

Και τότε συνέβη κάτι που έμοιαζε με σενάριο κινηματογραφικής ταινίας.

Η ομάδα της Honda πέρασε στα χέρια του Ρος Μπρον και γεννήθηκε η Brawn GP. Το νέο μονοθέσιο, η BGP 001, αποδείχθηκε εξαιρετικά γρήγορο χάρη, μεταξύ άλλων, στον περίφημο διπλό διαχύτη. Η ομάδα που λίγους μήνες νωρίτερα κινδύνευε να εξαφανιστεί εμφανίστηκε στο Albert Park ως το ταχύτερο πακέτο του grid.

Με τον Μπάτον στο τιμόνι. Με το που άρχισε το πρωτάθλημα του 2009, ο Άγγλος μεταμορφώθηκε. Αυστραλία,Μαλαισία, Μπαχρέιν,Ισπανία,Μονακο, Τουρκία πέρασε 1ος την γραμμή του τερματισμού.

Έξι νίκες στους πρώτους επτά αγώνες. Η Brawn GP είχε δημιουργήσει το ταχύτερο αυτοκίνητο της εποχής και ο Μπάτον, για πρώτη φορά στην καριέρα του, βρέθηκε με το κατάλληλο όπλο στα χέρια του ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν.

Το δεύτερο μισό της σεζόν ήταν πολύ πιο δύσκολο. Η Red Bull ανέβασε ρυθμό, η Brawn έχασε μέρος της υπεροχής της και ο Μπάτον βρέθηκε να υπερασπίζεται μια τεράστια βαθμολογική διαφορά. Στη Βραζιλία, στον προτελευταίο αγώνα, ξεκίνησε μόλις 14ος. Χρειαζόταν όμως μόνο μια ώριμη, αποφασιστική εμφάνιση. Τερμάτισε πέμπτος, και αυτό ήταν αρκετό.

Στις 18 Οκτωβρίου 2009, στο Ιντερλάγκος, ο Jenson Button έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής Formula 1. Εννέα χρόνια μετά το ντεμπούτο του, ο οδηγός που είχε χαρακτηριστεί κάποτε ως «αιώνια υπόσχεση» είχε φτάσει στην κορυφή. Και η Brawn GP κατέκτησε ταυτόχρονα το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, στην μοναδική της σεζόν ως ομάδα.

Ήταν ένας από τους πιο απρόβλεπτους τίτλους στην ιστορία της Formula 1. Και ίσως ακριβώς γι' αυτό ένας από τους πιο όμορφους.

Το 2010, αντί να μείνει στην Brawn που πλέον είχε περάσει στη Mercedes, ο Μπάτον έκανε μια νέα μεγάλη κίνηση και πήγε στη McLaren, όπου βρέθηκε απέναντι στον συμπατριώτη του Λιούις Χάμιλτον. Δεν ήταν πλέον ο νεαρός που προσπαθούσε να αποδείξει ότι αξίζει μια θέση στη Formula 1. Ήταν ο παγκόσμιος πρωταθλητής που έπρεπε τώρα να αποδείξει ότι ο τίτλος του 2009 δεν ήταν προϊόν συγκυρίας. Και το απέδειξε.

Το 2011 ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα δεύτερος, πίσω από τον Σεμπάστιαν Φέτελ, με τρεις νίκες και δώδεκα podiums. Το 2012 κέρδισε τρία Grand Prix και τερμάτισε πέμπτος. Και ανάμεσα στις νίκες του υπήρχε μία που έμελλε να μείνει για πάντα στη μνήμη των φίλων της Formula 1.

Καναδάς, 2011. Ένα από τα πιο χαοτικά Grand Prix της σύγχρονης εποχής. Ο Μπάτον βρέθηκε τελευταίος, τιμωρήθηκε με drive-through, συγκρούστηκε με τον Χάμιλτον και έπαθε κλατάρισμα. Κι όμως, από την τελευταία θέση άρχισε να ανεβαίνει. Στο τέλος, σε μια εκπληκτική βρεγμένη πίστα, κυνήγησε και πέρασε τον Σεμπάστιαν Φέτελ. Και κέρδισε.

Αφού είχε περάσει σχεδόν από κάθε πιθανή καταστροφή που μπορεί να συναντήσει ένας οδηγός σε έναν αγώνα.

Ο Μπάτον συνέχισε στη McLaren μέχρι το 2016, προτού κάνει μία τελευταία εμφάνιση στο Μονακό το 2017. Συνολικά, στην καριέρα του στη Formula 1, πήρε 15 νίκες, 50 podiums και 8 pole positions, ενώ συμμετείχε σε 306 Grand Prix.

Δεν υπήρξε ποτέ ο οδηγός με τις περισσότερες pole positions. Δεν ήταν ο άνθρωπος που έμοιαζε να ελέγχει κάθε Κυριακή το grid. Δεν είχε την ωμή επιθετικότητα του Σένα, την απόλυτη ταχύτητα του Σουμάχερ ή την αμείλικτη συνέπεια του Χάμιλτον.

Είχε όμως κάτι δικό του. Μπορούσε να γίνει σχεδόν αξεπέραστος όταν ο αγώνας γινόταν δύσκολος.

Βροχή, μεταβαλλόμενη πρόσφυση, ελαστικά που τελείωναν, στρατηγικές που ανατρέπονταν, αγώνες στους οποίους η λογική σταματούσε να λειτουργεί. Εκεί ο Μπάτον συχνά έβρισκε το πραγματικό του ταλέντο. Η ομαλότητα, η αίσθηση και η υπομονή του μετατρέπονταν σε όπλα.

Και γι' αυτό η ιστορία του δεν είναι απλώς η ιστορία ενός παγκόσμιου πρωταθλητή.

Είναι η ιστορία ενός οδηγού που χρειάστηκε να περιμένει εννέα χρόνια για να βρει το αυτοκίνητο που θα του επέτρεπε να γίνει πρωταθλητής.

Και όταν τελικά το βρήκε, δεν άφησε την ευκαιρία να περάσει. Οταν ήρθε η στιγμή του, ήταν έτοιμος.

Σχόλια