Στο μυαλό μου δεν ήταν απλώς ένας οδηγός. Ήταν μια ιστορία που αρνιόταν πεισματικά να τελειώσει.
Ο Alex Zanardi δεν χρειαζόταν φώτα από μαρίνες στο Miami, ούτε DJ sets για να γράψει τη δική του μυθολογία. Την έγραφε με καμένο καουτσούκ, με τιμόνια που πάλευαν στα χέρια του, με εκείνα τα χαμόγελα που εμφανίζονταν τη στιγμή που όλα έμοιαζαν να καταρρέουν.
Σαν να τον βλέπεις ξανά στο CART Championship του ’98, να πετάγεται από το cockpit της Chip Ganassi, μετά από μια ακόμα τρομερη νίκη. Να στήνει εκείνα τα θρυλικά donuts, γιατί έτσι ένιωθε ότι έπρεπε να τελειώνει μια μάχη.
Και μετα η προσπάθεια στην Williams, μόνο που η εποχές δόξας της θρυλικής ομάδας είχαν παρέλθει, πριν την αναζωπύρωση της με την BMW, αρχές των 00ς.
Και ύστερα το μοιραίο Lausitzring το 2001, με αυτή την βίαιη σύγκρουση που δεν άφηνε περιθώρια για ποιητικές επιστροφές. Μόνο ένα κενό. Ένα τέλος που έμοιαζε οριστικό.
Αλλά ο Zanardi δεν έγραφε ποτέ ιστορίες με κανονικά τέλη.
Τον ξαναβλέπεις, όχι σε cockpit, αλλά χαμηλά σχεδόν κολλημένο στην άσφαλτο. Με τα χέρια να γίνονται πόδια, με την ανάσα να βαραίνει, με το βλέμμα να μην αλλάζει ούτε στιγμή.
Στους Παραολυμπιακούς, δεν ήταν πια ο οδηγός που επέστρεψε. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι δύσκολο να εξηγηθεί.
Ίσως γιατί αυτή τη φορά, δεν υπήρχε κινητήρας να καλύπτει τον ήχο της προσπάθειας.
Κι αν κάπου, σε μια παράλληλη πραγματικότητα, η 320i του 2005 αποκτούσε ξανά ζωή στην πίστα του Oschersleben ο Zanardi δεν θα ήταν εκεί μόνο για την νίκη, και την δικαίωση, στην ίδια χώρα που μερικά χρόνια πριν έχασε τα πόδια του.
Θα ήταν για την υπενθύμιση πως, ακόμα κι όταν το σώμα σταματά, η ταχύτητα μπορεί να βρει άλλον δρόμο να συνεχίσει.
Comments