Κάπου στα μέσα των ‘50s, σε μια Ευρώπη που ακόμη ξανάχτιζε τον εαυτό της, τα Grand Prix δεν ήταν θέαμα ήταν υπόθεση ζωής και θανάτου. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, υπήρχε ένας τύπος που δεν έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα με την αγριότητα του σπορ. Ο Peter Collins. Δεν ήταν ο πιο γρήγορος της γενιάς του. Ούτε το πιο ακριβές τιμόνι. Ήταν όμως ίσως ο πιο… ανθρώπινος. Σε μια εποχή όπου οδηγοί όπως ο Juan Manuel Fangio έμοιαζαν σχεδόν μυθικοί, ο Collins είχε κάτι απλό, σχεδόν αφελές. Ένα χαμόγελο που δεν ταίριαζε με ταχύτητες 300 χλμ/ώρα και μονοθέσια χωρίς καμία απολύτως ασφάλεια. Κι όμως, εκεί ήταν. Θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο 1956, στην Monza. Στην απόλυτη στιγμή που καθόρισε ποιος ήταν. Ο Collins, διεκδικητής τίτλου. Η Ferrari μπροστά. Και ο Fangio με πρόβλημα. Σε μια εποχή που το να κερδίσεις ήταν το μόνο που μετρούσε, ο Collins έκανε κάτι σχεδόν αδιανόητο, παρέδωσε το μονοθέσιό του. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Κι έτσι, ο Fangio κατέκτησε ακόμα έναν τίτλο. Ο Collins; Έχασε τη δική του ευκαιρία. Κέρδισε όμως κάτι άλλο μια θέση σε μια πολύ μικρή λίστα οδηγών που δεν μετριούνται με βαθμούς, αλλά με cojones. Και ύστερα ήρθε το 1958. Το Γερμανικό Grand Prix στο Nürburgring. Η παλιά, ατελείωτη διαδρομή. Το λάθος που δεν συγχωρείται. Σε έναν γύρο που έμοιαζε με όλους τους άλλους μέχρι που δεν ήταν ο Collins έχασε τον έλεγχο. Δεν υπήρχαν έξοδοι διαφυγής. Δεν υπήρχαν σύγχρονοι τοίχοι απορρόφησης κραδασμών. Μόνο δέντρα, χώμα και τύχη. Και εκείνη τη μέρα, η τύχη δεν ήταν μαζί του. Ήταν μόλις 26. Αν προσπαθήσεις να τον συγκρίνεις με τους σημερινούς οδηγούς, θα χάσεις το νόημα. Ο Collins δεν ανήκει στην ίδια εξίσωση με τα data, τα simulations και τις στρατηγικές. Ανήκει σε μια εποχή όπου το ταλέντο μετρούσε, αλλά ο χαρακτήρας φαινόταν περισσότερο. Ίσως να μην ήταν ο οδηγός που θα φώναζε ο κόσμος. Αλλά θα ήταν εκείνος που, όταν θα τελείωνε ο αγώνας, θα σου έμενε περισσότερο, ακόμη και αν δεν κέρδιζε τον αγώνα.
Comments